Βούλγαροι οπλοφόροι αλωνίζουν ανενόχλητοι στη μεθόριο.

Το Φρακτό, ο αγριότερος φυσικός παράδεισος της χώρας, όπου ο πλούτος των φθινοπωρινών χρωμάτων αντικατοπτρίζει τη σπάνια βιοποικιλότητα της δασικής χλωρίδας.



Είναι μέρα μεσημέρι και τα αγριόγιδα στο Παρθένο Δάσος του Φρακτού στα ορεινά της Δράμας έχουν κατέβει στην αγαπημένη τους χαράδρα για να βοσκήσουν. 

Την ίδια ώρα τρεις Βούλγαροι (λαθρο)κυνηγοί περνάνε ανενόχλητοι τα σύνορα κατευθυνόμενοι προς το κοπάδι των άγριων ζώων. Επτά ώρες μετά οι κυνηγοί επιστρέφουν με τα σακίδιά τους τόσο γεμάτα που ίσα, ίσα τα σηκώνουν. Προφανώς μέσα τους βρίσκεται το τεμαχισμένο πτώμα ενός αγριόγιδου. Αυτή είναι μια συνηθισμένη μέρα σε μια παρθένα περιοχή της χώρας μας που υποτίθεται ότι προστατεύεται αυστηρά από το κράτος.
Και δεν πρόκειται απλά για φήμες αλλά για γεγονότα που αποδεικνύονται από φωτογραφικά ντοκουμέντα και που φανερώνουν μόνο ένα μικρό μέρος από την εγκατάλειψη των συνόρων, την παράλυση των ελεγκτικών μηχανισμών και το όργιο της παρανομίας σε ένα από τα 4-5 κορυφαία άγρια δάση της Ευρώπης.
Πριν από έναν χρόνο, από τον Φεβρουάριο μέχρι και τον Δεκέμβρη του 2015, στην περιοχή του Εθνικού Πάρκου Οροσειράς Ροδόπης έλαβε χώρα μία έρευνα από την Περιβαλλοντική Οργάνωση ΚΑΛΛΙΣΤΩ, με επιστημονικό υπεύθυνο τον Γιώργο Μερτζάνη, για λογαριασμό του Φορέα Διαχείρισης του Πάρκου. Η έρευνα έγινε στο πλαίσιο του έργου εθνικής κλίμακας (που είναι υποχρέωση της Ελλάδας ως κράτους μέλους) «Εποπτείας και αξιολόγησης της κατάστασης διατήρησης θηλαστικών Κοινοτικού ενδιαφέροντος» σε εφαρμογή της ΚΟ 92/43.
Βιολόγοι και επιστημονικοί συνεργάτες της ΚΑΛΛΙΣΤΩ τοποθέτησαν, για πρώτη φορά στη περιοχή, 28 αυτόματες θερμικές κάμερες σε 37 διαφορετικούς σταθμούς του Πάρκου. Οι φωτογραφίες και τα βίντεο που καταγράφηκαν άφησαν άφωνους ακόμα και τους πιο υποψιασμένους και για πρώτη φορά δείχνουν το μέγεθος της πίεσης που δέχεται μια άγρια προστατευμένη περιοχή στη χώρας μας.
Οπως αναφέρει ο Θεόδωρος Κομηνός, ζωολόγος και συνεργάτης της ΚΑΛΛΙΣΤΩ, ο οποίος μελετάει στο πεδίο εδώ και χρόνια την άγρια ζωή της Ελλάδας: «Μείναμε άναυδοι με αυτά που είδαμε.  Στο σύνολο των 1.947 φωτογραφιών μόνο οι 180 (8% του συνόλου) είχαν καταγράψει 13 είδη άγριων ζώων. Μεταξύ αυτών αρκούδες, λύκους, σπάνια ελάφια, ζαρκάδια, αγριόγατες, αγριόγιδα, αλεπούδες και άλλα μικρότερα θηλαστικά.
Στο υπόλοιπο 92% είναι καταγεγραμμένες ανθρώπινες δραστηριότητες, με 228 φωτογραφίες να έχουν καταγράψει διαφορετικά άτομα από κυνηγόσκυλα και 254 φωτογραφίες να έχουν καταγράψει κυνηγούς και αμάξια με κυνηγούς. Ολα μέσα στα όρια του Εθνικού Πάρκου, που περιλαμβάνουν και Καταφύγια Αγριας Ζωής (ΚΑΖ) στα οποία απαγορεύεται το κυνήγι».
Οι φωτογραφίες, μάλιστα, δείχνουν κυνηγούς εξοπλισμένους με τέτοια τεχνολογία που θα έκαναν τον Ντε Νίρο στον «Ελαφοκυνηγό» να μοιάζει με παιδάκι με σφεντόνα. Οπλα με γεμιστήρες, διόπτρες και τρίποδα, ραβδωτές καραμπίνες, ειδικά γυαλιά, κιάλια, κολάρα με πομπούς στα κυνηγόσκυλα κ.ά.
Καθεστώς απόλυτης προστασίας
Τα συμπεράσματα κατέληξαν και σε ένα σοβαρό ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Σε δυο-τρεις κάμερες που τοποθετήθηκαν σε πιο απομακρυσμένα σημεία, κοντά στα σύνορα, καταγράφηκαν Βούλγαροι κυνηγοί να μπαίνουν στη χώρα μας και να κατευθύνονται προς τον πυρήνα του Εθνικού Πάρκου, όπου θεωρητικά επικρατεί καθεστώς απόλυτης προστασίας.


Οι κάμερες «συνέλαβαν» Βούλγαρους παράνομους κυνηγούς ενώ έμπαιναν στο Φρακτό και 7 ώρες αργότερα την ώρα που αποχωρούσαν με τα σακίδιά τους γεμάτα.
Οι κάμερες «συνέλαβαν» Βούλγαρους παράνομους κυνηγούς ενώ έμπαιναν στο Φρακτό και 7 ώρες αργότερα την ώρα που αποχωρούσαν με τα σακίδιά τους γεμάτα.

Το Δάσος του Φρακτού συνεχίζεται και από την άλλη μεριά των συνόρων, όπου οι μικρές πόλεις είναι περισσότερες και οι δρόμοι φτάνουν πιο εύκολα από τους δικούς μας στα σύνορα. Τα τελευταία, μάλιστα, χρόνια στη γειτονική χώρα η διεξαγωγή του κυνηγιού, σε ιδιωτικές και δημόσιες εκτάσεις της μεθορίου, απειλούμενων ειδών μεγάλων θηλαστικών αλλά και απειλούμενων ειδών πουλιών έχει πάρει απειλητικές διαστάσεις και πλέον τα θηράματα έχουν αρχίσει να σπανίζουν. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους της «επίσκεψης» των Βούλγαρων κυνηγών στις δικές μας περιοχές, ενώ ένας δεύτερος λόγος είναι η παντελής απουσία διωκτικών αρχών.
Θυμίζουμε ότι η Βουλγαρία, όπως βέβαια και η χώρα μας, έχει υπογράψει κοινοτικές συμβάσεις που επιβάλλουν την απόλυτη προστασία του δάσους και των άγριων ζώων και φυτών της περιοχής. Οι παραπάνω φωτογραφικές καταγραφές έχουν κατατεθεί από τους ερευνητές σε όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες και ήδη για την υπόθεση έχει διαταχθεί εισαγγελική έρευνα.Ευρήματα που προκαλούν σοκ
Η πίεση για την άγρια ζωή είναι εξίσου μεγάλη και από τη δική μας μεριά, ειδικά σε μέρη που επιτρέπεται το κυνήγι. Οπως αναφέρει ο κ. Κομηνός: «Μόνο σε μια ημερήσια διαδρομή 50 χλμ. καταγράφηκαν 19 ομάδες κυνηγών αγριογούρουνων με 14 έως 20 άτομα η καθεμία, 7 ομάδες κυνηγών από 3 έως 5 άτομα και 28 μεμονωμένοι κυνηγοί. Δηλαδή 379 άτομα κυνηγούσαν σε μια περιοχή μόνο σε μία κυνηγετική ημέρα».Από την άλλη η οριοθέτηση των ζωνών εντός του Εθνικού Πάρκου, όπου το κυνήγι επιτρέπεται, συνεχώς κερδίζει έδαφος έναντι των προστατευμένων ζωνών. Ταυτόχρονα στην περιοχή δρουν κυνηγετικές ομάδες που έχουν διαχωριστεί από την Κυνηγετική Συνομοσπονδία και δρουν αυτόνομα χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν. Και αυτό γιατί δεν υπάρχει σχεδόν κανείς για να δώσουν λογαριασμό. Ο στρατός έχει από καιρό φύγει από τα σύνορα, οι συνοριοφύλακες είναι ελάχιστοι για να καλύψουν μια τόσο μεγάλη περιοχή και μόνο η Θηροφυλακή καθώς και το προσωπικό φύλαξης του Εθνικού Πάρκου (χωρίς ωστόσο ανακριτικές και κυρωτικές αρμοδιότητες) μένουν για να ελέγξουν ό,τι προλάβουν.

Το πρόβλημα αυξάνεται και από μία επιπλέον δραστηριότητα (σημαντική πηγή εσόδων για τις τοπικές κοινωνίες) που έχει αποκτήσει βιομηχανικές διαστάσεις, την υλοτομία. Μια δραστηριότητα που τείνει να γίνει οικονομικά και οικολογικά μη βιώσιμη εξαιτίας της έλλειψης μακροπρόθεσμου και ολοκληρωμένου σχεδιασμού σε ότι αφορά τα αποθέματα και τις επιπτώσεις στο δασικό οικοσύστημα. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια στην περιοχή ασκούνταν η παραδοσιακή υλοτομία από ντόπιους κατοίκους υπό τον έλεγχο του δασαρχείου. Τώρα τεράστιες νταλίκες η μία μετά την άλλη μπαίνουν και βγαίνουν στο Πάρκο γεμάτες κορμούς.
Είναι δε χαρακτηριστικό ότι κόβονται συστηματικά τα μεγάλα σε ηλικία δέντρα στα οποία φωλιάζουν σπάνια είδη πουλιών. Ηδη η μη καταγραφή του τριδάχτυλου δρυοκολάπτη, ενός από τα σπανιότερα πουλιά της Ελλάδας κατά τη διάρκεια της έρευνας που διεξήχθη στην περιοχή, προκαλεί σοβαρή ανησυχία. Το συγκεκριμένο είδος είναι χαρακτηριστικό τέτοιων δασών, όπως ο κούρκος, η δασόκοτα, ο ουραλοχούχουλας και η νανόγλαυκα, είδη που δεν τα συναντάμε πουθενά αλλού στην Ελλάδα.
Η παράλυση του κρατικού μηχανισμού προστασίας στο Εθνικό Πάρκο Οροσειράς Ροδόπης είναι γεγονός και μένει μόνο να θυμίσουμε για τι είδους παράδεισο για την άγρια ζωή μιλάμε. Η ορεινή Ροδόπη είναι ένας ναός της άγριας φύσης. Πρόκειται για ένα από τα ελάχιστα εναπομένοντα παρθένα δάση της Ευρώπης στο οποίο συναντά κανείς σχεδόν όλα τα μεγάλα θηλαστικά της ηπείρου, εκατοντάδες είδη πουλιών και πάνω από 1.500 σπάνια είδη της χλωρίδας. Είναι δηλαδή ένας από τους τελευταίους τόπους που διατηρεί ακόμα ανέπαφη την αρχέγονη πανίδα και χλωρίδα της Ευρώπης.

Ελληνες παράνομοι κυνηγοί σε ένα σημείο του Φρακτού που όπως φαίνεται και από φωτογραφία που τραβήχτηκε αργότερα, αποτελεί πέρασμα για αγριόγιδα.
Ελληνες παράνομοι κυνηγοί σε ένα σημείο του Φρακτού που όπως φαίνεται και από φωτογραφία που τραβήχτηκε αργότερα, αποτελεί πέρασμα για αγριόγιδα.
Ενας τόπος που πολλές χώρες θα ζήλευαν να έχουν και που θα έπρεπε να είμαστε υπερήφανοι για την προστασία του. Την ίδια στιγμή που οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες κάνουν ακόμα πιο αυστηρή την προστασία των άγριων περιοχών τους δαπανώντας μάλιστα σημαντικά κονδύλια στην επαναδημιουργία συνθηκών άγριας φύσης (rewilding) αντιστρέφοντας την οικολογική καταστροφή πολλών περιοχών, εμείς αφήνουμε στο έλεος της παρανομίας το κορυφαίο Εθνικό μας Πάρκο.


Στην κορυφή της ευρώπης
Το Εθνικό Πάρκο Οροσειράς Ροδόπης θεωρείται ένα από τα 5 πιο σημαντικά από άποψη βιοποικιλότητας της Ευρώπης. Ζώα και φυτά που ζούνε στη Βόρεια Ευρώπη έχουν εδώ το νοτιότερο σημείο εξάπλωσης.



Ρεπορταζ του Χαρίλαου Δαμουρά,