30 χρόνια μετά την καταστροφή του Τσέρνομπιλ


Σχεδόν 30 χρόνια έχουν περάσει από τότε που εξερράγη ο αντιδραστήρας Νο 4 στον πυρηνικό σταθμό του Τσέρνομπιλ και προκάλεσε μια άνευ προηγουμένου πυρηνική καταστροφή, τα αποτελέσματα της οποίας, ωστόσο, είναι ακόμα αισθητά. Παρά το γεγονός ότι δεν ζουν άνθρωποι στις εκτεταμένες ζώνες αποκλεισμού γύρω από το επίκεντρο της καταστροφής, τα ζώα, τα δέντρα και τα άλλα φυτά εξακολουθούν να παρουσιάζουν συμπτώματα δηλητηρίασης από τη ραδιενεργό ακτινοβολία.
Τα πουλιά γύρω από το Τσέρνομπιλ έχουν σημαντικά μικρότερο εγκέφαλο από εκείνα που ζουν σε μη δηλητηριασμένες από την ακτινοβολία περιοχές. Τα δέντρα μεγαλώνουν πιο αργά και λιγότερες αράχνες και έντομα, συμπεριλαμβανομένων των μελισσών, των πεταλούδων και των ακρίδων, ζουν εκεί. Επιπλέον, ζώα όπως το αγριογούρουνο, που παγιδεύονται έξω από τις ζώνες αποκλεισμού, εξακολουθούν να παρουσιάζουν αφύσικα και επικίνδυνα επίπεδα ακτινοβολίας.
Ωστόσο, υπάρχουν ακόμη πιο θεμελιώδη ανησυχητικά περιστατικά που διαδραματίζονται στο περιβάλλον. Σύμφωνα με μια νέα μελέτη που δημοσιεύεται στην επιστημονική επιθεώρηση «Oecologia», αποικοδομητές οργανισμοί, όπως τα μικρόβια, οι μύκητες και ορισμένα είδη εντόμων που οδηγούν τη διαδικασία της αποσύνθεσης, υποφέρουν επίσης από τη ραδιενεργό μόλυνση. Αυτά τα πλάσματα είναι υπεύθυνα για μια βασική συνιστώσα του οικοσυστήματος: την ανακύκλωση της οργανικής ύλης πίσω στο χώμα.
Η επιστημονική ομάδα αποφάσισε να ερευνήσει αυτό το ζήτημα, εν μέρει λόγω μιας ιδιόρρυθμης παρατήρησης: «Εχουμε διεξαγάγει έρευνα για το Τσέρνομπιλ από το 1991 και έχουμε παρατηρήσει μια σημαντική συσσώρευση απορριμμάτων του οικοσυστήματος με την πάροδο του χρόνου» λέει ο Τίμοθι Μουσό, βιολόγος στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καρολίνας και επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης. Επιπλέον, τα δέντρα στο περίφημο Κόκκινο Δάσος -μια περιοχή όπου όλα τα πεύκα απέκτησαν ένα κοκκινωπό χρώμα και στη συνέχεια πέθαναν, λίγο μετά το ατύχημα- δεν φαίνονται να είναι σάπια, ακόμα και 15 έως 20 χρόνια μετά την κατάρρευσή τους. «Εκτός από λίγα μυρμήγκια, οι νεκροί κορμοί των δέντρων ήταν σε μεγάλο βαθμό αλώβητοι όταν τους βρήκαμε για πρώτη φορά», λέει ο Μουσό. «Ηταν εντυπωσιακό, δεδομένου ότι στα δάση όπου ζω, ένα πεσμένο δέντρο γίνεται ως επί το πλείστον πριονίδι μετά από μια δεκαετία που βρίσκεται πεσμένο στο έδαφος».
Προβληματισμένοι για το αν η φαινομενική αύξηση των νεκρών φύλλων στο δασικό έδαφος και αυτή η «απολιθωμένη» εμφάνιση των πεύκων ήταν ενδείξεις για κάτι που διαδραματίζεται στην περιοχή, ο Μουσό και οι συνεργάτες του αποφάσισαν να μελετήσουν τα φαινόμενα. Οι μετρήσεις των στρωμάτων των πεσμένων φύλλων σε διάφορα μέρη των ζωνών αποκλεισμού έδειξαν ότι ήταν δύο έως τρεις φορές παχύτερα στις «καυτές» περιοχές του Τσέρνομπιλ όπου η μόλυνση από την ακτινοβολία ήταν πιο έντονη.
Αλλά, επειδή αυτό δεν ήταν αρκετό για να αποδείξει ότι η ακτινοβολία ήταν υπεύθυνη για αυτή τη διαφορά, οι επιστήμονες γέμισαν περίπου 600 μικρά σακούλια από δίχτυ με φύλλα που συνέλεξαν από μια αμόλυντη περιοχή, από τέσσερα διαφορετικά είδη δέντρων: δρυ, σφενδάμι, σημύδα και πεύκο. Στη συνέχεια διέσπειραν τα σακούλια σε πολλές τοποθεσίες σε όλη τη ζώνη αποκλεισμού, όπου και κατέγραψαν τους ποικίλους βαθμούς της ραδιενεργού μόλυνσης και τα άφησαν για σχεδόν έναν χρόνο, επαρκές χρονικό διάστημα για τα μικρόβια, τους μύκητες και τα έντομα ώστε να ολοκληρώσουν την αποσύνθεση της νεκρής οργανικής ύλης.
Οπως διαπίστωσαν, όπου η ακτινοβολία ήταν ισχυρότερη, τόσο πιο αργά γινόταν η αποσύνθεση των φύλλων. Στις περιοχές χωρίς ακτινοβολία το 70% έως 90% των φύλλων είχαν αποσυντεθεί μετά από ένα έτος. Αλλά στα σημεία όπου περισσότερη ακτινοβολία ήταν παρούσα, τα φύλλα διατηρηθήκαν σε ποσοστό περίπου 60% του αρχικού τους βάρους.
«Η ουσία των αποτελεσμάτων της έρευνάς μας είναι ότι η ακτινοβολία ανέστειλε τη μικροβιακή αποσύνθεση των νεκρών φύλλων στο ανώτερο στρώμα του εδάφους», λέει ο Μουσό. Αυτό σημαίνει ότι τα θρεπτικά συστατικά δεν γίνονται αποτελεσματικά όταν επιστρέφονται στο έδαφος, επισημαίνει ο ίδιος, γεγονός που θα μπορούσε να είναι μία από τις αιτίες του βραδύτερου ρυθμού ανάπτυξης των δέντρων γύρω από το Τσερνομπίλ.
Και επειδή άλλες μελέτες έχουν δείξει ότι η περιοχή του Τσέρνομπιλ διατρέχει κίνδυνο πυρκαγιάς, η συσσωρευμένη μη αποσυντιθέμενη ύλη θα μπορούσε να αποτελέσει μια καλή πηγή καυσίμου, αναφέρουν ο Μουσό και οι συνεργάτες του. Ομως, αυτό δημιουργεί ένα ακόμα πιο ανησυχητικό πρόβλημα εκτός της καταστροφής του περιβάλλοντος. Οι πυρκαγιές μπορεί ενδεχομένως να αναδιανείμουν ραδιενεργούς ρύπους σε χώρους εκτός της ζώνης αποκλεισμού, αναφέρει ο Μουσό: «Υπάρχει αυξανόμενη ανησυχία για το γεγονός ότι θα μπορούσε να υπάρξει μια καταστροφική πυρκαγιά μέσα στα επόμενα χρόνια». Δυστυχώς, δεν υπάρχει προφανής λύση για το πρόβλημα, εκτός από την αναγκαιότητα να διατηρηθεί μια αυστηρή επιτήρηση για τη ζώνη αποκλεισμού προκειμένου να κατασβεστούν γρήγορα πιθανές πυρκαγιές που θα ξεσπάσουν.
Τ.ΣΑΡΑΝΤΗΣ